29.2.12

Πολυέλαιος Επι των Ποταμών Βαβυλώνος | By the Rivers of Babylon


ΤΑ ΟΠΛΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ

Γι’ αὐτό μή φοβᾶσθε τά πονηρά πνεύματα, μή φοβᾶσθε τίς μαγεῖες, μή φοβᾶσθε τόν σατανᾶ. Ὅποιος ἔχει λατρευτική καί μυστηριακή ζωή, ὅποιος συνδέει τόν ἑαυτό του μέ τήν Ἐκκλησία καί μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, αὐτός εἶναι θωρακισμένος, εἶναι ἀλεξίσφαιρος.
Ὁ διάβολος τόν πολεμάει, ἀλλά δέν μπορεῖ ποτέ, μά ποτέ νά τόν νικήση, γιατί μέσα του ἔχει τόν νικητή καί νικοποιό Χριστό. Ὁ Χριστός ἦλθε νά καταλύση τό κράτος τοῦ διαβόλου καί νά φτιάξη τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία εἴθε ὅλοι νά ζήσουμε καί τώρα, ἀπό δῶ, καί εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας.
Ἀμήν.
Ἀρχιμ. π. Θεόφιλος Ζησόπουλος, ἱεροκήρυκας

26.2.12

ΛΙΤΟΤΗΤΑ ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΗ

Ἀλλάζει ἡ κουζίνα στήν ἑλληνική οἰκογένεια. Τό ἐθνικό μας φαγητό κατακτᾶ καί πάλι τήν θέσι του. Στατιστικές ἀναφέρουν πώς τό 90% τῶν Ἑλλήνων ἀλλάζει τό κρέας μέ τά φασόλια. Οὐδέν κακόν ἀμιγές καλοῦ. Ὅλα τά φαγητά τά θέλουμε μέ κρέας. Νά, ὅμως, πού ἡ οἰκονομική κρίσι μᾶς ἐπαναφέρει σέ τάξι. Ἡ φασολάδα, «τό κρέας τοῦ φτωχοῦ», καί πάλι στήν λίστα τῆς διατροφῆς τοῦ λαοῦ μας. Καί τό κρέας ἀποτελεῖ πλέον εἶδος πολυτελείας γιά τούς περισσοτέρους.
Βεβαίως, ἴσως μᾶς κακοφαίνεται. Ὅμως τά φασόλια εἶναι πλούσια σέ πρωτεΐνες καί εἶναι ἀναγκαία γιά τήν ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου, περισσότερο μάλιστα ἀπό τό κρέας. Καί ἀκόμη, γιά τήν περίοδο τῆς νηστείας, ἡ πλέον κατάλληλη τροφή.
Ἑπομένως, ἡ λιτότητα, στήν ὁποία περιήλθαμε ἔχει καί θετικά ἀποτελέσματα. Καί ἡ νηστεία, τήν ὁποία ἐθέσπισε ἡ Ἐκκλησία μας καί τήν ὁποία πολλοί ἀπορρίπτουμε, ἐπιφέρει, παράλληλα μέ τά πνευματικά ὀφέλη, δύο καλά: σωματική ὑγεία καί ἀποταμίευσι στόν κουμπαρά μας.
Περιοδικό «ΛΥΔΙΑ»

23.2.12

ΚΑΙΡΟΣ ΛΟΙΠΟΝ ΤΩΝ ΙΣΧΝΩΝ ΑΓΕΛΑΔΩΝ

 Ἡ ἐποχή τῶν παχέων ἀγελάδων πέρασε ἀνεπιστρεπτί· ἡ σπατάλη, ἡ κακοδιαχείρισις, ἡ πολυτέλεια, τά ἄσκοπα ταξίδια, οἱ περιττές ἀγορές, τά ἀλόγιστα τηλεφωνήματα τῶν κινητῶν καί σταθερῶν, τά πανάκριβα ἐνδύματα, τά πολυδάπανα τραπέζια. Αὐτά μόνον ἀπό τό γυαλί τῶν καναλιῶν θά τά γευόμεθα, μόνον ὀφθαλμικῶς καί νοερῶς, γιά νά μήν λησμονήσουμε τήν ὕπαρξί τους. Ὅλα στήν λιτότητα, ἐνδύματα, φαγητά, γλέντια μέ κρεμμύδια καί πατάτες ἀπό τήν Βοιωτία, τό Νευροκόπι καί τόν Ἔβρο. Πορεία μέ τά πόδια καί γάμο μέ «τανεμένον σορβάν». Ὅλοι μας τοῦ λοιποῦ θά ζοῦμε σπαρτιάτικα καί ἔτσι θά πολιτευόμεθα.
Ἔκτακτος ἔκδοσις τοῦ Περιοδικοῦ «Ἁγία Λυδία»

13.2.12

ΘΕΕ ΜΟΥ ΓΕΝΟΥ ΙΛΕΩΣ...

Ἀπογευματινές ὧρες τοῦ Σαββάτου, 11η Φεβρουαρίου 2012. Καί ἡ ἀγωνία τῶν Ἑλλήνων ἔντονα ζωγραφισμένη στά πρόσωπά των. Οἱ μικροί παρακολουθοῦν μέ περιέργεια τίς νευρικές κινήσεις τῶν μεγαλυτέρων καί μέ ἀπορία ἐρωτοῦν «τί συμβαίνει;». Τό μουρμουρητό ἀκούγεται ὑπόκωφα: «Δύσκολες ὧρες! Κρίσιμες οἱ στιγμές!».
Ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων ἀκούγονται οἱ φωνές ἐκείνων πού ἔστησαν τήν Ἑλλάδα καί τώρα διαμαρτύρονται γι’ αὐτά πού ἀκοῦνε, γι’ αὐτά πού βλέπουν, γιά τήν ὀμίχλη πού σκεπάζει τήν Ἀθήνα. Διαμαρτύρονται οἱ Καρυάτιδες. Διαμαρτύρονται οἱ 400 χιλιάδες πού ἔκτισαν τόν Παρθενῶνα καί τώρα τόν βλέπουν νά χάνεται μέσα σέ μιά βραδυά. Ἡ ἀνάσα ὅλων τῶν Ἑλλήνων κομμένη. Ὅλη ἡ Ἀθήνα ὠργισμένη. Ποιός θά ἀναχαιτίση αὐτήν τήν ὀργή; Πρός ποιά κατεύθυνσι θά διοχετευθῆ; Ἄν... ἄν... ἄν... –δυσκολευόμαστε νά τό γράψουμε-, τότε τί θά γίνη; Τότε ποιός θά μᾶς δώση δάκρυα νά χύσουμε, θρήνους γιά νά θρηνήσουμε, κραυγές καί οἰμωγές νά στείλουμε στούς οὐρανούς; Ποῦ θά βροῦμε τόσες μοιρολογίστρες νά ψάλλουν τό μοιρολόγι τῆς Ἑλλάδος;
Θεέ μου! Θεέ μου, γενοῦ ἵλεως καί κάνε τό θαῦμα σου!  Μή ἐπιτρέψης νά δοῦμε τέτοιου εἴδους φαινόμενα. Λυπήσου, Κύριε, τίς πονεμένες μάννες, τά πεινασμένα παιδιά, τόν λαό μας πού δοκιμάζεται τόσο σκληρά. Τό γνωρίζεις, Κύριε. Ὁ λαός μας ἔπαθε καί πέρασε πολλά. Καί ἁμαρτήσαμε, ναί, πολύ ἀλλά καί πολύ σέ ἀγαπήσαμε. Ἁμαρτήσαμε ὅλοι μας, ὅμως ζητοῦμε τό ἔλεός σου.
Κύριε, μή λησμονῆς πώς ἐμεῖς σοῦ δώσαμε τήν γλῶσσα, γιά νά περάσης σ’ ὅλο τόν κόσμο τό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐμεῖς σοῦ δώσαμε ἕνα πλῆθος μαρτύρων καί νεομαρτύρων, ἀπό παιδιά, ἀπό ἱερεῖς καί ἀπό ἀρχιερεῖς, γιά νά στολίσης τούς οὐρανούς. Ἐμεῖς, σοῦ ἀνοίξαμε τόν δρόμο νά περάσης στήν Εὐρώπη. Ἕλληνες ἦσαν ἐκεῖνοι πού στάθηκαν καί συνεχίζουν νά στέκωνται ὄρθιοι, κρατώντας ὑψηλά τό λάβαρο τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἕλληνες τίμησαν καί συνεχίζουν νά τιμοῦν τό Ἅγιο Ὄνομά σου, στόν σύγχρονο αὐτό κόσμο, πού ὅλοι πετοῦν τίς ἀσπίδες καί ἐγκαταλείπουν τό πεδίο τῆς μάχης.
Καί τώρα, ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, σέ παρακαλοῦμε νά δώσης στόν λαό μας τό ἔλεός σου, τήν εὐσπλαγχνία σου. Μήν ἀφήσης νά δοῦμε μεγαλύτερα κακά. Ἡ χώρα μας ἔγινε κρανίου τόπος. Ὁ πόνος καί ὁ ἀναστεναγμός, τό δάκρυ καί Ἡ πίκρα δέν ἔλειψαν ἀκόμη ἀπό τά χείλη τοῦ προδομένου μας λαοῦ.
Ἄνοιξε, Κύριε, τούς κρουνούς τῆς εὐσπλαγχνίας σου! Σέ ἱκετεύουν τά παιδιά σου!
Ἔκτακτος ἔκδοσις τοῦ Περιοδικοῦ «Ἁγία Λυδία»

11.2.12

ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ


Ἀπό τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ μου τήν αὐλή 
ξεπόρτισα ἕνα σούρουπο μέ βιάση,
μή μετανοιώση πίσω μου
κι’ ἔρθη καί μέ προφτάση
ὁ γέροντας πατέρας μου.

Ξοπίσω μου δέν γύρισα νά δῶ
καί μές στήν σκέψι μου καί τήν καρδιά μου
μετροῦσα μία μία τίς χαρές,
πού μέ καλοῦσαν κάπου μακρυνές
μέ ξέφρενες φωνές.

Κι’ ὅλες τίς βρῆκα!
Κι’ ἐλεύθερος, τίς πίνω, τίς ρουφῶ,
τήν δίψα τοῦ Ταντάλου μου να σβήσω
καί κάθε τι γλυκό κι’ ἡδύποτο νά τό γευθῶ
κι’ ἐντός μου νά τό κλείσω, νά τό χαρῶ.

Σάν ἄνεμος διαβῆκαν οἱ χαρές
μές στό ξανέμισμα τοῦ σπιτικοῦ μου πλούτου,
κι’ ἀπόμεινα ρακένδυτος, φτωχός
βοσκός τῶν χοίρων θλιβερός
τοῦ κόσμου τούτου.

Κι ὤ τότε, μές στήν σκοτεινιά τοῦ νοῦ μου
ἦρθε μι’ ἀχτίδα κι’ ἔλαμψε σάν φῶς
καί μοὔδειξε τά ράκη τῆς ψυχῆς μου
μές στήν ἀποκοτιά τῆς ξέφρενης φυγῆς μου
καί μοὔγινε ὁδηγός.

Τοῦ πατρικοῦ μου δίψασα τήν θαλπωρή
καί τήν ἀγάπη, τήν συμπόνια τοῦ πατέρα,
πού δίχως ἄλλο κλαίει γιά μένα καί πονεῖ
καί μέ προσμένει νά γυρίσω κάθε μέρα,
στήν πρώτη μου ζωή.

Πῆρα τό δρόμο σκεφτικός τοῦ γυρισμοῦ,
καί στήν καρδιά μου πεταρίζει ἡ ἐλπίδα
πώς στοῦ πατέρα τήν αὐλή, ἐκεῖ στούς μισθωτούς,
θά βρῶ μιά θέσι δουλική καί ἴσως καί φροντίδα,
μαζί μέ τούς πολλούς.

Καί νά, πέφτω στά πόδια του σκυφτός
καί τῶν ματιῶν μου οἱ βρύσες
τρέχουν στήν ποδιά του!...
Καί κεῖνος παρευθύς στήν ἀγκαλιά του
μέ σφίγγει μέ στοργή,
ἐμέ τό παραστρατημένο του παιδί·
καί μέ καταφιλεῖ καί μοῦ φωνάζει:
ὤ πῶς σέ πρόσμενα, χαρά τῶν γηρατειῶν μου
καί φῶς στερνό τῶν ὀφθαλμῶν μου!

Κι εὐθύς στούς δούλους κράζει
ἀρχοντική νά μοῦ φορέσουνε στολή
–ἐκείνη τήν λευκή, τήν πρώτη–
καί δαχτυλίδι νά μοῦ βάλουν λαμπερό,
στό δάχτυλο, σάν ἄστρο φωτερό.

Κι’ εἶπα –μές στήν χαρά μου τήν πολλή:
Πάντα μιά θέσι καρτερεῖ καθέναν πού μετανοεῖ
καί ταπεινά μέ δάκρυα γυρεύει
τῆς μετανοίας νἄβρη τό στρατί,
γιά τοῦ Θεοῦ Πατέρα τήν ἀγκάλη
ποὖναι πλατιά σάν θάλασσα μεγάλη·
κι’ ἀπ’ τῆς ἀγάπης Του σάν πιῆ
καί σάν μεθύση τό κρασί μέ θεία μέθη
γιός γνήσιος καί πάλι θά γενῆ,
καί πανηγύρι οὐράνιο θά στηθῆ,
γιά κεῖνον πού« νεκρός ἦν κι’ ἀνέζησε,
ἀπολωλός καί εὑρέθη».
     
     Περιοδικό «ΛΥΔΙΑ»