29.1.15

Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ

...Ἄν εἶσαι δάσκαλος, λαμπρό εἶναι τό τάλαντό σου. Γιατί, ὅμως, τό σκεπάζεις μέ τό χῶμα τῆς ἀδιαφορίας; Ἡ πατρίδα σοῦ ἐμπιστεύεται τά παιδιά της. Δέν σέ θέλει γραμμόφωνο χωρίς ζωή καί παλμό, ἀλλά διδάσκαλο ζωντανό, ἐμπνευστή καί ἀναμορφωτή, ὁ ὁποῖος θά σφυρηλατῆ χαρακτῆρες καί θά διαπλάθη χρηστούς πολίτας...

Ἀρχιμ. π. Θεόφιλος Ζησόπουλος

26.1.15

Διετές Μνημόσυνο π. Θεοφίλου

Μετά τα αποτελέσματα των εκλογών, εύχομαι και προσεύχομαι να ισχύσει πάλι η παραβολὴ τῶν δύο υἱῶν.
Ειδικά το σημείο που ο Χριστός αναφέρεται στον αντάρτη γιο, που λέει ¨δεν θέλω¨.
Το διάβασα πάλι το απόγευμα, και νομίζω ταιριάζει αρκετά με τη μέρα!!
28 «Ἀλλὰ τὶ νομίζετε περὶ τούτου; Ἕνας ἄνθρωπος εἶχε δύο παιδιά, καὶ ἐπῆγε στὸ πρῶτο καὶ εἶπε, «Παιδί μου, πήγαινε σήμερα νὰ ἐργασθῇς στὸ ἀμπέλι».
29 Αὐτὸς ἀπoκρίθηκε, «Δὲν θέλω». Ἀλλὰ ὑστερα μετανόησε καὶ πῆγε.
30 Καὶ πῆγε εἰς τὸν δεύτερον καὶ τοῦ εἶπε τὰ ἴδια. Αὐτὸς ἀποκρίθηκε, «Μάλιστα, κύριε», ἀλλὰ δὲν πῆγε.
31 Ποιὸς λοιπὸν ἀπὸ τοὺς δύο ἔκανε τὸ θέλημα τοῦ πατέρα του;». Λέγουν σε αὐτὸν, «Ὁ πρῶτος».
Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς λέγει, «Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅτι οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι πηγαίνουν πρὶν ἀπὸ σᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.¨
Είναι απ' το κατά Ματθαίον, στο 21 κεφάλαιο.
Διαβάζεται τη Μ. Δευτέρα στην Εκκλησία.
π. Ανδρέας Κονάνος

24.1.15

ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΒΙΒΛΙΟ, ΕΝΑΣ ΚΑΛΟΣ ΦΙΛΟΣ!

Τό καλό βιβλίο φωτίζει τήν σκέψι, ἱλαρύνει τό πρόσωπο, προκαλεῖ ἐσωτερική εὐφροσύνη καί ἀγαλλίασι στήν ψυχή, ἐνημερώνει τόν ἄνθρωπο σφαιρικά, ὁδηγεῖ τήν κρίσι μας σέ ὀρθή τοποθέτησι, ἀνεβάζει τόν ἄνθρωπο σέ δυσθεώρητα πνευματικά ὕψη καί καλύπτει τήν δίψα τῆς ψυχῆς μας γιά μιά εὐρύτερη γνῶσι.
Τό βιβλίο τοῦ Θεοῦ, ὅμως, τά κάνει ὅλα αὐτά. Καί ἐπί πλέον, ἀναμορφώνει τόν ἄνθρωπο καί τόν μεταβάλλει σέ ἄγγελο καί σέ ἕναν μικρό θεό ἐπάνω στήν γῆ.
Ἀρχιμ. π. Θεόφιλος Ζησόπουλος

21.1.15

H MANA

Ἕνας καλλιτέχνης, παιδί μιᾶς μάννας στοργικῆς, μιᾶς μάννας ἡρωΐδος – σάν ὅλες τίς μάννες τοῦ κόσμου – παιδί εὐαίσθητο, ἤ­θε­λε νά κάνη ἕναν πίνακα ζωγραφικῆς, στόν ὁποῖο νά ἀπέδιδε τό μεγαλεῖο τῆς Μάννας του.
Ἔκανε μιά γυναικεία μορφή καί ἔβαλε στά χέρια της τό περιστέρι τῆς εἰρήνης.
Κοίταξε τό ἔργο του, μά δέν ἱκανοποιήθηκε.
– Δέν ἐξαντλεῖ τό μεγαλεῖο της, εἶπε. Καί τό ἔσχισε. Γιατί ἡ μάννα δέν ὑπηρετεῖ μόνον αὐτό τό ἀγαθό.
Τήν δεύτερη φορά ἔβαλε στά χέρια της ἕνα σπίτι. Μά ἔνοιωσε πώς καί αὐτό τήν ἀδικοῦσε, γιατί ἡ μάννα κρατᾶ στά χέρια της τήν πορεία  ὅλης τῆς οἰκουμένης.
Τήν τρίτη φορά τήν ζωγράφισε δεομένη μέ τά χέρια ψηλά, σέ στάσι ἱκεσίας. Οὔτε καί αὐτή ἡ στάσις κάλυπτε τήν προσφορά της.
Μέρες τόν ἀπασχολοῦσε αὐτός ὁ πίνακας. Ὥσπου τήν ἔκανε τήν Μάννα ὅλη μιά καρδιά καί ἔγραψε μέσα:
«Παιδί μου, ἡ Παναγιά μαζί σου», «Στήν εὐχή τοῦ Θεοῦ!», «Καλό ταξίδι!».
«Πρόσεχε, μήν κρυώσης!», «Πῆρες τό μπουφάν σου;».
«Μήν τρέχης!». «Νά τηλεφωνήσης μό­λις φθάσης».
«Ἔφαγες;», «Πονᾶς;», «Τί νά σοῦ ἑτοιμάσω;».
«Κοιμήθηκες καλά;», «Σέ περιμένω».
«Εἶσαι καλά;», «Μήν στεναχωριέσαι».
«Τά ἔχω σβήσει ὅλα!».
Φράσεις πού κρύβουν λαχτάρες καί ἀ­γωνίες, πόνους καί καϋμούς, πόθους, θυσίες, ἀγρύπνιες, κόπους, τρυφερότητα καί ἀγά­πη. Ἀγάπη ἀνιδιοτελῆ, εἰλικρινῆ, μόνιμη, διαρκῆ.

Αὐτή εἶναι ἡ Μάνα!
Ἀρχιμ. π. Θεόφιλος Ζησόπουλος

15.1.15

SPOT Οδοιπορικό στη Ρωσία-Κυριακή 21:30

Ο ΦΘΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΛΕΙΩΝ ΑΠΤΕΤΑΙ!

Ενας βασιλιάς βασανιζόταν ἀπό μιά σκέ­ψι: Ποιό εἶναι τό μεγαλύτερο πάθος στόν ἄν­θρωπο; Πάντα κατέληγε στόν φθό­νο καί τήν πλεονεξία. Ποιό, ὅμως, ἀπό τά δύο κατέχει τήν πρώτη θέσι;
Θέλησε νά κά­νη μία διαπί­στωσι. Κάλεσε ἕναν πλεονέκτη μαζί μέ ἕναν φθονερό καί τούς ἔβαλε καί τούς δύο σέ ἕναν πειρασμό.
– Εἶμαι διατεθειμένος, εἶπε ὁ βασιλιάς, νά σᾶς δώσω, ὅ,τι θέλετε, ὅ,τι μοῦ ζητήσετε, μέ μόνη τήν διαφορά ὅτι, αὐτό πού θά ζητήση ὁ πρῶτος, ὁ δεύτερος θά τό λάβη στό δι­πλάσιο.
῾Ο πλεονέκτης σιωπᾶ. Δίνει τήν σειρά στόν φθονερό.  «῎Αν μιλήση πρῶτος, ὁ ἄλ­λος θά πάρη τό διπλάσιο». Αὐτό δέν μπορεῖ νά τό καταλάβη ὁ πλεονέκτης.
Καί ὁ φθονερός δέχεται νά μιλήση πρῶ­τος. Δέν ἔχει καί πολλές ἀντιρρήσεις.
– Βασιλιά μου, λέγει, δέχομαι νά μοῦ βγά­λης τό ἕνα μάτι.
«῎Ετσι, ὁ πλεονέκτης θά χάση καί τά δυό του μάτια», σκέφθηκε ὁ φθονερός.
῾Ο βασιλιάς ἔβγαλε τό συμπέρασμά του. ῾Ο φθονερός προτίμησε τό δικό του κακό, προκειμένου νά ἱκανοποιήση τό πάθος του, βλέποντας τό διπλάσιο κακό στόν συνάν­θρωπό του.
Ἀλήθεια, τί φοβερό πάθος εἶναι ὁ φθό­νος! Κάμνει τόν ἄνθρωπο δυστυχισμένο. ῾Υ­ποφέρει αὐτός πού τό ἔχει, ἀλλά κάμνει κακό καί σ’ αὐτόν πού τό ἐκδηλώνει. Καί τό τραγικώτερο ὅλων, ἡ πηγή τῆς εὐτυχίας τοῦ ἄλ­­λου γίνεται πηγή δυστυχίας τοῦ ἰδίου.
Πολλά κακά προκαλεῖ ὁ φθόνος. ῾Ο ἄν­θρωπος, πού φθονεῖ θλίβεται, κατακρίνει, συκοφαντεῖ, ἀδικεῖ καί τέλος φονεύει, διότι «ὁ φθόνος τόν φόνον τίκτει».

Ἀρχιμ. π. Θεόφιλος Ζησόπουλος

12.1.15

O ΠΙΟ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ

Ἕνας βασιλιάς θέλησε νά μάθη ποιός εἶ­ναι εὐτυχισμένος μέσα στό βασίλειό του. Κάλεσε ἕναν ἀπό τούς σοφούς καί τοῦ εἶπε:
– Θά ἔχης ἀμοιβή πολύ καλή, ἄν ψάξης καί βρῆς κάποιον πού νά εἶναι εὐτυχισμένος. Καί νά μοῦ φέρης τό πουκάμισο αὐτοῦ τοῦ εὐτυχισμένου ἀνθρώπου.
Ὅπως ἦταν φυσικό, ὁ σοφός μετά ἀπό κάποιον συλλογισμό, ξεκίνησε νά πάη νά συναντήση ποιόν νομίζετε; Ἐσεῖς ποιόν θεωρεῖτε εὐτυχισμένο; Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι θεωροῦμε εὐτυχισμένο αὐτόν πού ἔχει ἄ­φθονα χρήματα. Πῆγε, λοιπόν, στόν πλουσιώτερο τῆς ἐποχῆς του καί τοῦ λέει:
– Ὁ μεγαλειότατος ἐνδιαφέρεται νά μάθη ποιός ὑπήκοος στό βασίλειό του εἶναι εὐτυχισμένος. Καί μοῦ ἀνέθεσε νά τόν ἀναζητήσω καί νά τόν βρῶ. Μήπως εἶσαι ἐσύ ὁ εὐτυχισμένος;
Καί ὁ πλούσιος ἀπήντησε:
– Ἔχω, βεβαίως, χρήματα πολλά. Ἔχω στήν διάθεσί μου κτήματα πολλά. Ἔχω ὅ­λες τίς ἀνέ­σεις μου, ὅλες τίς εὐκολίες μου, ὅλες τίς ἀπολαύσεις, ὅλες τίς ἡδονές, ἀλλά νά μέ συγχωρέσης γι’ αὐτό πού θά σοῦ πῶ. Δέν ἔχω τήν εὐτυχία. Δέν τήν βρῆ­κα στό χρῆμα, οὔτε στίς ἡδονές, οὔτε στίς ἀπολαύσεις, οὔτε στά κτήματα. Γι’ αὐτό κάπου ἀλ­λοῦ πρέπει νά ἀναζητήσης τήν εὐτυχία.
Ὁ σοφός βρέθηκε σέ ἀδιέξοδο. Ποῦ νά πάη; Ἄ! Τό βρῆκε. Θά πάη σ’ ἕναν στρατηγό, σ’ αὐτόν πού πολέμησε καί δοξάσθηκε. Ἔψαξε, λοιπόν, τόν ἀνεζήτησε, τόν βρῆκε καί τοῦ λέει:
– Στρατηγέ μου, ἔχω τήν ἐντολή ἀπό τόν βασιλιά νά βρῶ ποιός εἶναι εὐτυχισμένος στό βα­σίλειό του. Μήπως ἐσεῖς πού εἶσθε στρατηγός, εἶσθε εὐτυχισμένος;
– Οἱ ἄνθρωποι μέ θωροῦν εὐτυχισμένο, ἀπάντησε ὁ στρατηγός, γιατί πολέμησα γενναῖα, πῆρα ἐπάξια τά ἀξιώματα, ἀπέκτησα παράσημα, γνώρισα δόξες, τιμές. Οἱ ἄνθρωποι μέ ζητωκραύγασαν, μέ ἐγκωμίασαν, ἀλλά νά σοῦ πῶ, ὅλα αὐτά ἔ­χουν ἀφήσει ἕνα κενό στήν ψυχή μου. Δυστυχῶς, δέν εἶμαι ἐγώ ὁ εὐτυχισμένος, αὐτός πού ζητάει ὁ βασιλιάς σου.
«Ἄς πάω σέ κάποιον ἀπ’ τούς ἀξιωματούχους, ἀπ’ αὐτούς πού γνώρισαν τήν ἐ­ξουσία, στούς πολιτικούς ἄνδρες, σ’ ἕναν ἀπό τούς ὑπουργούς. Γιατί ὄχι καί σ’ αὐτόν τόν πρωθυπουργό;» σκέφθηκε ὁ σοφός.
Καί πράγματι, χωρίς καθυστέρησι ἔτρεξε νά συναντήση ἕναν πολιτικό. Ἀλλά καί ἐδῶ τήν ἴδια ἀπάντησι πῆρε. Οὔτε αὐτός ἦταν εὐτυχισμένος στήν ζωή του, καί ἄς ἔζησε μέσα στίς δόξες καί στίς τιμές.
Ἀπογοητευμένος, πλέον, πῆρε τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, γιά τά ἀνάκτορα. Στόν δρόμο, περνώντας μέσα ἀπό ἕνα χωριουδάκι, εἶδε ἕνα φτωχόσπιτο. Ἔρριξε τά μάτια του ἀπ’ τό παράθυρο καί εἶδε ἕναν πατέρα, μιά μητέρα καί τά παιδιά πού τραγουδοῦσαν, πού χόρευαν, πού γελοῦσαν, πού χαίρονταν.
Χτυπάει τήν πόρτα. Μπαίνει μέσα, λέει τήν ἱστορία του καί ὁ χωρικός τοῦ ἀπαντᾶ:
– Φίλε μου, εἶμαι εὐτυχισμένος. Νοιώθω τόν ἑαυτό μου πλημμυρισμένο ἀπό χαρά. Ἔχω τά παιδιά μου. Ἔχω τήν γυναῖκα μου. Ἔχω τό καλυβάκι μου. Ἔχω τά χωραφάκια μου, ἔχω τό ψω­μί μου. Τά ἔχω ὅλα. Δέν μοῦ λείπει τίποτε, δόξα τῷ Θεῷ! Ἐγώ εἶμαι ὁ πιό εὐτυχισμένος ἄνθρωπος τοῦ βασιλείου.
– Τότε, τοῦ λέγει ὁ σοφός, ἔχω ἐντολή ἀπό τόν βασιλιά νά μοῦ δώσης τό πουκάμισό σου, νά τοῦ τό πάω, γιά νά τό δῆ καί νά μάθη κι αὐτός ποιός εἶναι ὁ εὐτυχέστερος στό βασίλειό του.
– Δυστυχῶς, φίλε μου, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ φτωχός, δέν ἔχω πουκάμισο.
Ὥστε δέν εἶχε πουκάμισο ὁ εὐτυχισμένος; Δέν εἶχε!

Πῆγε στόν βασιλιά, τοῦ ἀνεκοίνωσε τό μυστι­κό, ἔδωσε τήν ἀπάντησι καί ὁ βασιλιάς κατάλαβε πώς ἡ εὐτυχία δέν εἶναι στά πλούτη, δέν εἶναι στά ἀξιώματα, δέν εἶναι στά κτήματα, δέν εἶναι στό χρυσάφι, δέν εἶναι στίς ἡδονές, δέν εἶναι στίς ἀπολαύσεις. Δέν εἶναι μέσα στήν εὐμάρεια καί τήν καλοπέρασι. Ἀλλά ἡ εὐτυχία βρίσκεται ἐκεῖ, στό ἁπλό, στό φτωχικό σπίτι, πού ζοῦν στερημένοι ἀπό πολλά ἀγαθά, ὅμως εὐχαριστημένοι καί χαρούμενοι. Χόρευαν τά παιδιά. Γλεντοῦ­σαν στό σπίτι. Χαμογελοῦσε ἡ εὐτυχία στά πρόσωπά τους. Πλημμύριζε ἡ χαρά καί ἡ εἰρήνη στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων.
Ἀρχιμ. π. Θεόφιλος Ζησόπουλος

6.1.15

ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΦΑΝΗ!


Ὡς ἄνθρωπος ἐν ποταμῷ, ἦλθες Χριστὲ Βασιλεῦ, καὶ δουλικὸν Βάπτισμα λαβεῖν, σπεύδεις ἀγαθέ, ὑπὸ τῶν τοῦ Προδρόμου χειρῶν, διὰ τάς ἁμαρτίας ἡμῶν φιλάνθρωπε.

5.1.15

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΦΤΩΧΕΙΑ!

Μια πλούσια οικογένεια ζει -όπως είναι φυσικό- με όλες τις ανέσεις, απολαμβάνοντας καθημερινά ό,τι επιθυμεί, μόνο που όλα τα μέλη της δείχνουν να μην εκτιμούν τον πλούτο τους.
Το αντίθετο, μάλιστα! Είναι τις περισσότερες φορές αχάριστοι, δύσκολα ικανοποιούνται και πάντα ονειρεύονται κάτι παραπάνω από αυτό που έχουν. Ο πατέρας, απογοητευμένος από την αχαριστία, αποφασίζει να ξεκινήσει τη διδαχή από το γιο του και να του δείξει στην πράξη τι σημαίνει πραγματική φτώχεια. Έτσι επιλέγει μια φτωχή οικογένεια που ζει σε ένα ορεινό χωριό και τον παίρνει μαζί του να περάσουν λίγες μέρες μέσα στην απόλυτη φτώχεια… Όμως τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως ακριβώς θα ήθελε! Το αποτέλεσμα εκπλήσσει όχι μόνο τον ίδιο αλλά και όλους εμάς…
Πέρασαν τρεις μέρες και δύο νύχτες στο χωριό. Στο δρόμο της επιστροφής ο πατέρας γεμάτος αγωνία ρώτησε το γιο του:
«Πώς σου φάνηκε η εμπειρία;»
«Ωραία», απάντησε ο γιος με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό.
«Και τι έμαθες;», συνέχισε με επιμονή ο πατέρας.
Ο γιος απάντησε:
– Εμείς έχουμε έναν σκύλο, ενώ αυτοί τέσσερις…
– Εμείς διαθέτουμε μια πισίνα που φτάνει μέχρι τη μέση του κήπου, ενώ αυτοί έχουν ένα ποτάμι δίχως τέλος, με κρυστάλλινο νερό, μέσα και γύρω από το οποίο υπάρχουν και άλλες ομορφιές…
– Εμείς εισάγουμε φαναράκια από την Ασία για να φωτίζουμε τον κήπο μας, ενώ αυτοί φωτίζονται από τα αστέρια και το φεγγάρι…
– Η αυλή μας φτάνει μέχρι το φράχτη, ενώ η δική τους μέχρι τον ορίζοντα…
– Εμείς αγοράζουμε το φαγητό μας, ενώ αυτοί σπέρνουν και θερίζουν γι’ αυτό…
– Εμείς ακούμε CDs. Αυτοί απολαμβάνουν μια απέραντη «συμφωνία» από πουλιά, βατράχια και άλλα ζώα. Και όλα αυτά διακόπτονται πού και πού από το ρυθμικό τραγούδι του γείτονα που εργάζεται στο χωράφι…
– Εμείς μαγειρεύουμε στην ηλεκτρική κουζίνα. Αυτοί ψήνουν στα ξύλα και ό,τι τρώνε έχει θεσπέσια γεύση…
– Εμείς για να προστατευθούμε, ζούμε περικυκλωμένοι από έναν τοίχο με συναγερμό. Αυτοί ζουν με τις πόρτες ορθάνοιχτες, προστατευμένοι από τη φιλία των γειτόνων τους…
– Εμείς ζούμε «καλωδιωμένοι» με το κινητό, τον υπολογιστή, την τηλεόραση… Αυτοί, αντίθετα, «συνδέονται» με τη ζωή, τον ουρανό, τον ήλιο, το νερό, το πράσινο του βουνού, τα ζώα τους, τους καρπούς της γης, την οικογένειά τους…
Ο πατέρας, έμεινε έκπληκτος από τις απαντήσεις του γιου του…
Και ο γιος ολόκληρωσε με τη φράση:
«Σ’ ευχαριστώ, μπαμπά, που μου δίδαξες πόσο φτωχοί είμαστε…»!!!
ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΓΙΝΟΜΑΣΤΕ ΦΤΩΧΟΤΕΡΟΙ ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ… ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ… ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ, ΑΝΤΙ ΝΑ ΜΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΕΙ ΤΟ «ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ»!!!
defencenet.gr