9.11.15

ΔΙΑΒΑΣΑ ΚΑΠΟΥ ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΑ... (Β΄)

Διάβασα κάπου:
Ὁ βασιλιάς Τραϊανός, ὅταν κρατοῦσε τό πηδάλιο τῆς ἐξουσίας εἶχε πάντα ἀχώριστο σύντροφο τήν ἐπιείκεια. Οἱ φίλοι του τόν ἤλεγχαν, διότι συνωμιλοῦσε μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους καί τούς ἐπέτρεπε μέ εὐκολία νά τόν πλησιάζουν, σάν νά μήν ἦταν αὐτός ὁ βασιλιάς ἀλλά ἕνας ἀπό τούς ἄρχοντες τῆς πολιτείας. Καί ἐκεῖνος μέ σύνεσι καί ἁπλότητα ἀπαντοῦσε: «Δέν πρέπει νά φέρωμαι καί στόν τελευταῖο πολίτη μέ τόν ἴδιο τρόπο μέ τόν ὁποῖο θά ἤθελα νά φέρεται πρός ἐμένα ὁ βασιλιάς, ἄν ἤμουν ἕνας ἁπλός πολίτης;»
Καί σκέφθηκα:
Μιά ἀπάντησι, χρυσή καί ἀξιέπαινος πού ὑπενθυμίζει τόν χρυσό κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης, τοῦ διαχρονικοῦ καί αὐθεντικοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
Πῶς θά ἤθελα νά μοῦ φέρωνται οἱ ἄλλοι ἄν ἤμουν στήν θέσι τους; Ζητῶ κατανόησι στίς πτώσεις μου! Θά ἤθελα τάχα οἱ ἄλλοι στίς στιγμές τῆς ἀδυναμίας μου νά κρατοῦν τήν πέτρα τοῦ ἀναθέματος; Νά εἶναι μαζί μου ἀμείλικτοι καί σκληροί; Νά μέ διασύρουν; Νά μέ ἀπαξιώνουν; Νά μέ περιφρονοῦν; Νά μέ κατακρίνουν; Τότε κι ἐγώ σέ παρόμοια περίπτωσι νά κάνω τό ἴδιο.
Ὅταν περνάω δύσκολες ὧρες... Θά ἤθελα τούς ἄλλους δίπλα μου Κυρηναίους, νά μοῦ  δώσουν τήν ἐλπίδα τοῦ οὐρανοῦ. Τότε... ναί... ὀφείλω νά ἀπατῶ ἀπό τόν ἑαυτό μου τό ἴδιο γιά τούς ἄλλους.
Ὅταν εἶμαι σέ οἰκονομικά ἀδιέξοδα, περιμένω κάποιες θυσίες ἀπό τούς ἀνθρώπους μου. Ἀλήθεια, ἡ ἀπουσία μου δέν εἶναι προδοσία τῆς ἀγάπης;
Πόσα καθημερινά «Ὅταν εἶμαι...» καί «ἔχω ἀνάγκη τήν διακριτικότητά τους, τήν γλυκύτητά τους, τήν καλωσύνη τους». Εἶναι ὑπέροχο αὐτά νά τά κάνω κι ἐγώ στούς ἄλλους ἤ μᾶλλον, πρῶτα ἐγώ...
Ἄν, λοιπόν, αὐτό εἶναι τό μέτρο συγκρίσεως τῆς πνευματικῆς μου καλλιέργειας καί τῆς πνευματικότητός μου, ἄν αὐτό εἶναι τό σημεῖο ἀναφορᾶς μου, τότε ἔχω σύνοικο στήν καρδιά μου τήν γαλήνη καί τήν εὐτυχία καί τήν χαρά καί τήν πληρότητα. Τότε στό μετρο πού μοῦ ἀναλογεῖ, κάνω τόν κόσμο μας μιά ζωγραφιά τοῦ παραδείσου.
Ἄν...
Ὑπάρχει τίποτε καλύτερο; Τί λέτε;

Α.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου