29.8.11

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΠΡΟΦΗΤΗΣ

Ζητεῖται προφήτης, ὡπλισμένος μέ θεϊκό θάρρος καί παρρησία, μέ πυρίνη ρομφαία καί ἀκατάβλητη δύναμι, γιά νά ἐξέλθη στούς δρόμους καί στίς πλατεῖες, στίς πόλεις καί τά χωριά, νά ἐπισκεφθῆ τά Σχολεῖα καί τά Πανεπιστήμια, νά περάση στούς Ναούς καί τά Μοναστήρια, στούς στρατῶνες καί στούς χώρους τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας, νά κτυπήση τίς θῦρες τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων καί νά φωνάξη δυνατά τό «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. γ΄, 2).
Ζητεῖται προφήτης, δυνατός ἐν λόγῳ καί ἔργῳ, πού νά ἔχη τήν δύναμι Νάθαν τοῦ προφήτου, τόν ζῆλο Ἠλιού τοῦ Θεσβίτου καί τήν τόλμη Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, πού νά φωνάζη δυνατά στόν οἱονδήποτε ἡγεμόνα τό «οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τήν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου» (Μάρκ. στ΄, 18). Κανένας ἄρχοντας, δέν ἔχει τό δικαίωμα νά ἀπατᾶ τήν γυναῖκα του, νά ἀτιμάζη τό στεφάνι του καί νά συνάπτη παράνομες σχέσεις μέ ξένες γυναῖκες. Ὁ μοιχός ἄρχοντας, ὁ πόρνος κυβερνήτης, ὁ σκανδαλοποιός ἡγεμονίσκος δέν ἔχει θέσι ἀνάμεσα σ’ ἕνα λαό πού πιστεύει στόν Θεό καί δέν ἠμπορεῖ νά ἐκμεταλλεύεται τήν θέσι του καί νά ὀργιάζη, παραβιάζοντας τόν Νόμο τοῦ Θεοῦ καί τίς αἰώνιες ἀρχές τοῦ Εὐαγγελίου. Ναί, ζητεῖται προφήτης πού νά φωνάζη δυνατά: Τάδε λέγει Κύριος Σαβαώθ: «οὐαί ἔθνος ἁμαρτωλόν, λαός πλήρης ἁμαρτιῶν, σπέρμα πονηρόν, υἱοί ἄνομοι· ἐγκαταλίπατε τόν ἅγιον τοῦ Ἰσραήλ» (Ἡσαΐας α΄, 4).
Ζητεῖται προφήτης, πού νά φωνάζη δυνατά πρός τά ἄνω καί πρός τά κάτω, πρός τούς ἄρχοντας καί τόν λαό, πρός τούς σοφούς ἐπιστήμονας καί τούς ἁπλοϊκούς ἀνθρώπους, πρός τούς ποιμένας καί τό ποίμνιο, πρός ὁλόκληρο τό γένος τῶν Ἑλλήνων, τό ὁποῖο ἀπέσπασε τόν δημόσιο ἔπαινο ἀπό τά χείλη τοῦ κήρυκος τῶν Ἐθνῶν, ἀπ. Παύλου, ὡς τοῦ εὐσεβεστέρου λαοῦ τοῦ κόσμου: Τάδε λέγει Κύριος Σαβαώθ. Λαέ μου γιατί περιφρονεῖς τόν Νόμο μου; Γιατί καταπατεῖς τό Εὐαγγέλιό μου; Γιατί στραγγαλίζεις τήν συνείδησί σου; Γιατί λερώνεις τά χέρια σου μέ ἀδελφικό αἷμα; Γιατί καθημερινῶς τόσα ἐγκλήματα; Γιατί αὐτό τό μῖσος καί ὁ ἀλληλοσπαραγμός; Ζητεῖται προφήτης διαγγελεύς τῶν μηνυμάτων τοῦ Θεοῦ καί ὑπερασπιστής τῶν δικαιωμάτων Του.
Ἀρχιμ. π. Θεόφιλος Ζησόπουλος, ἱεροκήρυκας

27.8.11

ΠΩΣ ΘΑ ΣΩΘΟΥΜΕ;

Πῶς θά σωθοῦμε; Δύο εἶναι οἱ δρόμοι. Ὁ ἕνας δρόμος γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς εἶναι, νά μήν ἔχουμε διαπράξει καμμία ἁμαρτία.
Καί αὐτόν τόν δρόμο τόν ἀκολουθοῦν μόνον τά μικρά παιδιά, αὐτά πού δέν πρόλαβαν νά ἁμαρτήσουν, νά μεγαλώσουν καί αὐτά πᾶνε στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὅταν φύγουν ἀπό τόν κόσμο αὐτό.
Καί ὁ ἄλλος δρόμος, ποιός εἶναι; Εἶναι ὁ δρόμος τῆς μετανοίας. Ἐμεῖς ὅλοι μας λερώσαμε τήν χιονοφεγγόφωτον στολήν τῆς ψυχῆς μας. Ὅλοι μας ἁμαρτήσαμε, ὅλοι μας πέσαμε, ὅλοι μας σκοντάψαμε, ὅλοι μας λασπωθήκαμε. Λερώσαμε τήν σκέψι μας, τόν νοῦ μας, τήν διάνοιά μας, τά βλέμματά μας, τήν γλῶσσα μας, τήν καρδιά μας. Ἕνας δρόμος ὑπάρχει· νά μετανοήσουμε εἰλικρινά καί νά χύσουμε ἕνα δάκρυ γιά τίς ἁμαρτίες πού διαπράττουμε καθημερινῶς. Ἕνα δάκρυ δικό μας, ἕνα δάκρυ μετανοίας! Νά χτυπήσουμε τά στήθη καί νά ποῦμε: Θεέ μου, ἁμάρτησα.
Δέν θά μᾶς δικάση ὁ Θεός γιατί ἁμαρτήσαμε, ἀλλά γιατί ἁμαρτήσαντες δέν μετανοήσαμε. Καί ὅταν τό δάκρυ τό δικό μας τό πάρη ὁ ἄγγελός μας καί ἐμεῖς δεχθοῦμε στήν καρδιά μας ἕνα ἠλεκτρόνιο ἀπό τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, τότε θά γευθοῦμε τήν λύτρωσι ἀπό τήν ἁμαρτία. «Τό αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπό πάσης ἁμαρτίας» (Α΄ Ἰωάν. α΄, 7).
Ναί, τότε θά σωθοῦμε. Ὅταν κοινωνοῦμε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ὅταν ἔχουμε λατρευτική ζωή, ὅταν βαδίζουμε τήν ὁδόν τῆς μετανοίας, ὅταν ὑμνοῦμε καί δοξολογοῦμε τόν Κύριο, ὅταν ζοῦμε σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ναί, τότε θά ἐλπίζουμε στήν σωτηρία, γιά τήν ὁποία ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος δέεται καί πρεσβεύει, ὥστε ὅλοι νά ζοῦμε ἐδῶ ἀγαπημένοι καί ἑνωμένοι, εἰρηνικά, ἀλλά καί στήν ἄνω Ἰερουσαλήμ, στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, νά εἴμαστε οἱ πολίτες τοῦ κράτους τοῦ Θεοῦ.
Ἀμήν.
Ἀρχιμ. π. Θεόφιλος Ζησόπουλος, ἱεροκήρυκας

24.8.11

ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΔΙΔΑΣΚΟΥΝ...

Καθαρθῆναι δεῖ πρῶτον, εἶτα καθᾶραι·
σοφισθῆναι, καί οὕτω σοφίσαι·
γενέσθαι φῶς, καί φωτίσαι·
ἐγγίσαι Θεῷ, καί προσαγαγεῖν ἄλλους·
ἁγιασθῆναι, καί ἁγιάσαι·
χειραγωγῆσαι μετά χειρῶν,
συμβουλεῦσαι μετά συνέσεως.

* * *
Ἑρμηνεία
Πρέπει νά καθαρίσωμεν πρῶτα τούς ἑαυτούς μας, καί ἔπειτα νά καθαρίσωμεν ἄλλους.
Νά ἀποκτήσωμεν σοφίαν, καί ἔπειτα νά κάμωμεν καί τούς ἄλλους σοφούς.
Νά γίνωμεν φῶς, διά νά φωτίσωμεν.
Νά πλησιάσωμεν οἱ ἴδιοι τόν Θεόν, διά νά φέρωμεν κοντά καί τούς ἄλλους.
Νά ἁγιασθῶμεν, διά νά ἁγιάσωμεν.
Νά πιάσωμεν καί νά ὁδηγήσωμεν μέ τάς χεῖρας, νά συμβουλεύσωμεν μέ σύνεσιν.
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος
ἀπό τό Περιοδικό «ΛΥΔΙΑ»

21.8.11

ΟΤΑΝ ΜΟΥ ΠΕΙΡΑΞΟΥΝ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΜΟΥ ΘΑ ΜΙΛΗΣΩ...

...Τότε, εκεί που καθόμουν εις το περιβόλι μου και έτρωγα ψωμί, πονώντας από τις πληγές, όπου έλαβα εις τον αγώνα και περισσότερο πονώντας δια τις μέσα πληγές όπου δέχομαι δια τα σημερινά δεινά της Πατρίδος, ήλθαν δύο επιτήδειοι, άνθρωποι των γραμμάτων, μισομαθείς και άθρησκοι, και μου ξηγώνται έτσι: «Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη».
Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω: «Αδελφοί, με αδικείτε. Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου. Τέτοιον αγαθόν πολυτίμητον δεν έχω εις την πραμάτειαν μου. Μα και να τό’ χα, δεν τό’ δινα κανενός. Κι’ αν πουλιέται Ελλάδα, δεν αγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τον κόσμον εσείς λογιώτατοι, να μην θέλει να αγοράσει κάτι τέτοιο».
Έφυγαν αυτοί. Κι’ έκατσα σε μίαν πέτραν μόνος και έκλαιγα. Μισός άνθρωπος καταστάθηκα από το ντουφέκι του Τούρκου, τσακίστηκα εις τις περιστάσεις του αγώνα και κυνηγιέμαι και σήμερον. Κυνηγιώνται και άλλοι αγωνιστές πολύ καλύτεροί μου, διότι εγώ είμαι ο τελευταίος και ο χειρότερος. Και οι πιο καλύτεροι όλων αφανίστηκαν.
Αυτοί που θυσίασαν αρετή και πατριωτισμόν, για να ειπωθεί ελεύτερη η Ελλάδα κι’ εχάθηκαν φαμελιές ολωσδιόλου, είπαν να ζητήσουν ένα αποδειχτικόν που να λέγει ότι έτρεξαν κι’ αυτοί εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος και Τούρκο δεν άφηκαν αντουφέκιγο.
Πήγε να’ νεργήσει η Κυβέρνηση και βγήκαν κάτι τσασίτες και σπιγούνοι, που δουλεύουν μίσος και ιδιοτέλεια, και είπαν «όχι». Και είπαν και βρισιές παλιές δια τους αγωνιστές. Για να μην πάρουν το αποδειχτικόν, ένα χαρτί που δεν κάνει τίποτες γρόσια.
Πατρίδα να θυμάσαι εσύ αυτούς όπου, δια την τιμήν και την λευτερίαν σου, δεν λογάριασαν θάνατο και βάσανα. Κι’ αν εσύ τους λησμονήσεις, θα τους θυμηθούν οι πέτρες και τα χώματα, όπου έχυσαν αίματα και δάκρυα.
Θεέ, συχώρεσε τους παντίδους, που θέλουν να μας πάρουν τον αγέρα που αναπνέομεν και την τιμήν που με ντουφέκι και γιαταγάνι πήραμε. Εμείς το χρέος, το κατά δύναμιν, επράξαμεν. Και αυτοί βγήκαν σήμερον να προκόψουν την Πατρίδα. Μας γέμισαν φατρία και διχόνοιαν. Και την Πατρίδα δεν την θέλουν Μητέρα κοινή. Αμορόζα εις τα κρεβάτια τους την θέλουν. Γι’ αυτό περνούν και ρεθίζουν τον κόσμον με τέχνες και καμώματα.
Και καζαντίσαν αυτοί πουγγιά και αγαθά και αφήκαν τους αγωνιστές, τις χήρες και τα ορφανά εις την άκρην. Αυτοί είναι οι ανθρώπινοι λύκοι, που φέραν δυστυχήματα και κίντυνον εις τον τόπον. Ας όψονται.
Τότε που η Τουρκιά εκατέβαινε από τα ντερβένια και ολίγοι έτρεχαν με ολίγα ντουφέκια, με τριχιές δεμένα, να πολεμήσουν, θέλοντας λευτεριάν ή θάνατον, οι φρόνιμοι ασφάλιζαν τις φαμελιές τους εις τα νησιά κι’ αυτοί τρέχαν εις ρεματιές και βουνά, μη βλέποντας ποτέ Τούρκου πρόσωπον. Κι’ όταν ακούγαν τα ντισμπάρκα των Τούρκων, τρέχαν μακρύτερα. Τώρα θέλουν δικήν τους την Πατρίδα και κυνηγούν τους αγωνιστές.
Εγίναμε θηρία που θέλουν κριγιάτα (κρέατα) ανθρωπινά να χορτάσουν. Και χωρίζουν τον κόσμον σε πατριώτες και αντιπατριώτες. Αυτοί γίναν οι σημαντικοί της Πατρίδος και οι άλλοι να χαθούν. Δεν ξηγιώνται γλυκότερα να φυλάξωμεν Πατρίδα και να δούμεν λευτερίαν πραγματικήν. Ρωμαίγικον δεν φτιάχνεται χωρίς ούλλοι να θυσιάσουν αρετήν και πατριωτισμόν. Και χωρίς να πάψει η μέσα, η δική μας τυραγνία.
Και βγήκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνήτες, Έλληνες, σπορά της εβραιουργιάς, που είπαν να μας σβήσουν την Αγία Πίστη, την Ορθοδοξία, διότι η Φραγκιά δεν μας θέλει με τέτοιο ντύμα Ορθόδοξον. Και εκάθησα και έκλαιγα δια τα νέα παθήματα. Και επήγα πάλιν εις τους φίλους μου τους Αγίους. Άναψα τα καντήλια και ελιβάνισα λιβάνιν καλόν αγιορείτικον.
Και σκουπίζοντας τα δάκρυά μου τους είπα: «Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ό,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν έχομεν. Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην αφήσετε, Άγιοί μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες, κάνοντας περισσότερα κακά από αυτά που καταδέχθηκεν ο Τούρκος ως τίμιος εχθρός μας».
Ένας δικός μου αγωνιστής μου έφερε και μου διάβασεν ένα παλαιόν χαρτί, που έγραψεν ο κοντομερίτης μου Άγιος παπάς, ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Τον εκρέμασαν εις ένα δέντρον Τούρκοι και Εβραίοι, διότι έτρεχεν ο ευλογημένος παντού και εδίδασκεν Ελλάδα, Ορθοδοξία και Γράμματα.
Έγραφεν ο μακάριος εκείνος ότι: «Ένας άνθρωπος να με υβρίσει, να φονεύσει τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν μου και ύστερα το μάτι να μου βγάλει, έχω χρέος σαν χριστιανός να τον συγχωρήσω. Το να υβρίσει τον Χριστόν μου και την Παναγία μου, δεν θέλω να τον βλέπω».
Το χαρτί του πατέρα Κοσμά έβαλα και μου το εκαθαρόγραψαν. Και το εκράτησα ως Άγιον Φυλαχτόν, που λέγει μεγάλην αλήθειαν. Θα πω να μου γράψουν καλλιγραφικά και τον άλλον αθάνατον λόγον του, «τον Πάπαν να καταράσθε ως αίτιον». Θέλω να το βλέπω κοντά στα’ κονίσματά μου, διότι τελευταίως κάποιοι δικοί μας ανάξιοι λέγουν ότι αν τα φτιάξουμε με τον δικέρατον Πάπαν, θα ολιγοστέψουν οι κίντυνοι, τα βάσανα και η φτώχεια μας, τρομάρα τους.
Και είπαν οι άθρησκοι που εβάλαμεν εις τον σβέρκο μας να μη μανθάνουν τα παιδιά μας Χριστόν και Παναγίαν, διότι θα μας παρεξηγήσουν οι ισχυροί. Και βγήκαν ακόμη να’ ποτάξουν την Εκκλησίαν, διότι έχει πολλήν δύναμη και την φοβούνται. Και είπαν λόγια άπρεπα δια τους παπάδες.
Εμείς, με σκιάν μας τον Τίμιον Σταυρόν, επολεμήσαμεν ολούθε, σε κάστρα, σε ντερβένια, σε μπογάζια και σε ταμπούργια. Και αυτός ο Σταυρός μας έσωσε. Μας έδωσε την νίκη και έχασε (οδήγησε σε ήττα) τον άπιστον Τούρκον. Τόση μικρότητα στον Σταυρό, τον σωτήρα μας!
Και βρίζουν οι πουλημένοι εις τους ξένους και τους παπάδες μας, τους ζυγίζουν άναντρους και απόλεμους. Εμείς τους παπάδες τους είχαμε μαζί εις κάθε μετερίζι, εις κάθε πόνον και δυστυχίαν. Όχι μόνον δια να βλογάνε τα όπλα τα ιερά, αλλά και αυτοί με ντουφέκι και γιαταγάνι, πολεμώντας σαν λεοντάρια. Ντροπή Έλληνες!.
Επίκαιρο χειρόγραφο του θρυλικού Στρατηγού της Ελληνικής Επανάστασης Ιωάννη Μακρυγιάννη (1797-1864), περί πατριωτισμού, Ορθοδοξίας, Κληρικών και άλλων.

18.8.11

ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Στὸ ἀμφιθέατρο ἑνὸς ἀμερικανικοῦ πανεπιστημίου, κάνει διάλεξη ἕνας φιλόλογος σὲ ἀκροατήριο φοιτητῶν, καὶ μεταξὺ ἄλλων λέει τὰ ἑξῆς:
- Σὲ πολλὲς γλῶσσες, δύο ἀρνήσεις μᾶς κάνουν μία κατάφαση. Σὲ ἄλλες γλῶσσες, δύο ἀρνήσεις δίνουν ἄρνηση. Δὲν ὑπάρχει ὅμως σὲ καμιά, μὰ καμιὰ γλώσσα, ἡ περίπτωση ποὺ δύο καταφάσεις νὰ δίνουν ἄρνηση.
Ὁπότε ἀκούγεται ἀπὸ τὸ ἀκροατήριο ἡ φωνὴ τοῦ Ἕλληνα φοιτητῆ:
- Ναί, καλά!

Ἄγνωστος συγγραφεύς
www.agiazoni.gr

15.8.11

ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ

... Ἂν ὁ θάνατος τῶν ὁσίων εἶναι τίμιος καὶ ἡ μνήμη δικαίου συνοδεύεται ἀπὸ ἐγκώμια, πόσο μᾶλλον τὴν μνήμη τῆς ἁγίας τῶν ἁγίων, διὰ τῆς ὁποίας ἐπέρχεται ὅλη ἡ ἁγιότης στοὺς ἁγίους, δηλαδὴ τὴ μνήμη τῆς ἀειπάρθενης καὶ Θεομήτορος, πρέπει νὰ τὴν ἐπιτελοῦμε μὲ τὶς μεγαλύτερες εὐφημίες.
Αὐτὸ πράττουμε ἑορτάζοντας τὴν ἐπέτειο τῆς ἁγίας κοιμήσεως ἢ μεταστάσεώς της, ποὺ ἂν καὶ μὲ αὐτὴ εἶναι λίγο κατώτερη ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, ὅμως ξεπέρασε σὲ ἀσύγκριτο βαθμὸ καὶ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἀρχαγγέλους καὶ ὅλες τὶς ὑπερκόσμιες δυνάμεις διὰ τῆς ἐγγύτητός της πρὸς τὸν Θεὸ καὶ διὰ τῶν ἀπὸ παλαιὰ γραμμένων καὶ πραγματοποιημένων σ᾿ αὐτὴ θαυμασίων.
Ὁ θάνατός της εἶναι ζωηφόρος, μεταβαίνοντας σὲ οὐράνια καὶ ἀθάνατο ζωή, καὶ ἡ μνήμη τούτου εἶναι χαρμόσυνη ἑορτὴ καὶ παγκόσμια πανήγυρις, ποὺ ὄχι μόνο ἀνανεώνει τὴ μνήμη τῶν θαυμασίων τῆς Θεομήτορος, ἀλλὰ καὶ προσθέτει τὴ κοινὴ καὶ παράδοξη συνάθροιση τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων ἀπὸ κάθε μέρος τῆς γῆς γιὰ τὴν πανίερη κηδεία της, μὲ θεολήπτους ὕμνους, μὲ τὶς ἀγγελικὲς ἐπιστασίες καὶ χοροστασίες καὶ λειτουργίες γι᾿ αὐτήν.
Οἱ Ἀπόστολοι προπέμπουν, ἀκολουθοῦν, συμπράττουν, ἀποκρούουν, ἀμύνονται καὶ συνεργοῦν μὲ ὅλη τη δύναμη μαζὶ μὲ ἐκείνους ποὺ ἐγκωμιάζουν τὸ ζωαρχικὸ καὶ θεοδόχο ἐκεῖνο σῶμα, τὸ σωστικὸ φάρμακο τοῦ γένους μας, τὸ σεμνολόγημα ὅλης τῆς κτίσεως.
Ἐνῷ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Σαβαὼθ καὶ Υἱὸς αὐτῆς τῆς ἀειπάρθενης, εἶναι ἀοράτως παρὼν καὶ ἀποδίδει στὴ μητέρα τὴν ἐξόδιο τιμή. Σὲ αὐτοῦ τὰ χέρια ἐναπέθεσε καὶ τὸ θεοφόρο πνεῦμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἔπειτα ἀπὸ λίγο μεταθέτει καὶ τὸ συζυγικὸ πρὸς ἐκεῖνο σῶμα σὲ χῶρο ἀείζωο καὶ οὐράνιο.
Διότι μόνο αὐτή, εὑρισκομένη ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ σ᾿ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος, τὸν μὲν Θεὸ κατέστησε υἱὸν ἀνθρώπου, τοὺς δὲ ἀνθρώπους ἔκανε υἱοὺς Θεοῦ, οὐρανώσασα τὴ γῆ καὶ θεώσασα τὸ γένος. Καὶ μόνο αὐτὴ ἀπὸ ὅλες τὶς γυναῖκες ἀναδείχθηκε μητέρα τοῦ Θεοῦ ἐκ φύσεως πάνω ἀπὸ κάθε φύση. Ὑπῆρξε βασίλισσα κάθε ἐγκοσμίου καὶ ὑπερκοσμίου κτίσματος.
Τώρα ἔχοντας καὶ τὸν οὐρανὸ κατάλληλο κατοικητήριο, ὡς ταιριαστό της βασίλειο, στὸν ὁποῖο μετατέθηκε σήμερα ἀπὸ τὴ γῆ, στάθηκε καὶ στὰ δεξιὰ τοῦ παμβασιλέως μὲ διάχρυσο ἱματισμὸ ντυμένη καὶ στολισμένη, ὅπως λέγει ὁ προφήτης. (Ψαλμ. 44,11). Διάχρυσο ἱματισμό, ποὺ σημαίνει στολισμένη μὲ τὶς παντοειδεῖς ἀρετές. Διότι μόνο αὐτὴ κατέχει τώρα μαζὶ μὲ τὸ θεοδόξαστο σῶμα καὶ μὲ τὸν Υἱό, τὸν οὐράνιο χῶρο. Δὲν μποροῦσε πραγματικὰ γῆ καὶ τάφος καὶ θάνατος νὰ κρατεῖ ἕως τὸ τέλος τὸ ζωαρχικὸ καὶ θεοδόχο σῶμα της καὶ ἀγαπητὸ ἐνδιαίτημα οὐρανοῦ καὶ τοῦ οὐρανοῦ τῶν οὐρανῶν.
Ἀποδεικτικὸ γιὰ τοὺς μαθητὲς στοιχεῖο περὶ τῆς ἀναστάσεώς της ἀπὸ τοὺς νεκροὺς γίνονται τὰ σινδόνια καὶ τὰ ἐντάφια, ποὺ μόνα ἀπέμειναν στὸ τάφο καὶ βρέθηκαν ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἦλθαν νὰ τὴν ζητήσουν, ὅπως συνέβηκε προηγούμενα μὲ τὸν Υἱὸ καὶ Δεσπότη. Δὲν χρειάσθηκε νὰ μείνει καὶ αὐτὴ ἐπίσης γιὰ λίγο πάνω στὴ γῆ, ὅπως ὁ Υἱός της καὶ Θεός, γι᾿ αὐτὸ ἀναλήφθηκε ἀμέσως πρὸς τὸν ὑπερουράνιο χῶρο ἀπὸ τὸν τάφο.
Μὲ τὴν ἀνάληψή της ἡ Θεομῆτορ συνῆψε τὰ κάτω μὲ τὰ ἄνω καὶ περιέλαβε τὸ πᾶν μὲ τὰ γύρω της θαυμάσια, ὥστε καὶ τὸ ὅτι εἶναι ἐλαττωμένη πολὺ λίγο ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, γευόμενη τὸ θάνατο, αὐξάνει τὴ ὑπεροχή της σὲ ὅλα . Καὶ ἔτσι εἶναι ἡ μόνη ἀπὸ ὅλους τοὺς αἰῶνες καὶ ἀπὸ ὅλους τους ἀρίστους ποὺ διαιτᾶται μὲ τὸ σῶμα στὸν οὐρανὸ μαζὶ μὲ τὸν Υἱὸ καὶ Θεό.
Ἡ Θεομήτωρ εἶναι ὁ τόπος ὅλων τῶν χαρίτων καὶ πλήρωμα κάθε καλοκαγαθίας καὶ εἰκόνα κάθε ἀγαθοῦ καὶ κάθε χρηστότητος, ἀφοῦ εἶναι ἡ μόνη ποὺ ἀξιώθηκε ὅλα μαζὶ τὰ χαρίσματα τοῦ Πνεύματος καὶ μάλιστα ἡ μόνη ποὺ ἔλαβε παράδοξα στὰ σπλάχνα της ἐκεῖνον στὸν ὁποῖο βρίσκονται οἱ θησαυροὶ ὅλων τῶν χαρισμάτων. Τώρα δὲ μὲ τὸ θάνατό της προχώρησε ἀπὸ ἐδῶ πρὸς τὴν ἀθανασία καὶ δίκαια μετέστη καὶ εἶναι συγκάτοικος μὲ τὸν Υἱὸ στὰ ὑπερουράνια σκηνώματα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπιστατεῖ μὲ τὶς ἀκοίμητες πρὸς αὐτὸν πρεσβεῖες ἐξιλεώνοντας αὐτὸν πρὸς ὅλους μας.
Εἶναι τόσο πολὺ πλησιέστερη ἀπὸ τοὺς πλησιάζοντας τὸ Θεό, ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀγγελικὲς ἱεραρχίες. «Τὰ Σεραφὶμ στέκονταν γύρω τοῦ» (Ἡσαΐας 6,2) καὶ ὁ Δαυῒδ λέγει: «παρέστη ἡ βασίλισσα στὰ δεξιά σου».
Βλέπετε τὴ διαφορὰ τῆς στάσεως; Ἀπὸ αὐτὴ μπορεῖτε νὰ καταλάβετε καὶ τὴ διαφορά της, κατὰ τὴν ἀξία τῆς τάξεως. Διότι τὰ Σεραφεὶμ ἦταν γύρω ἀπὸ τὸ Θεό, πλησίον δὲ στὸν ἴδιο μόνο ἡ βασίλισσα καὶ μάλιστα στὰ δεξιά του. Ὅπου κάθισε ὁ Χριστὸς στὸν οὐρανό, δηλαδὴ στὰ δεξιά της μεγαλωσύνης, ἐκεῖ στέκεται καὶ αὐτὴ τώρα ποὺ ἀνέβηκε ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό.
Ποιὸς δὲν γνωρίζει ὅτι ἡ Παρθενομήτωρ εἶναι ἐκείνη ἡ βάτος ποὺ ἦταν ἀναμμένη ἀλλὰ δὲν καταφλεγόταν. (Ψαλμ. 44,19). Καὶ αὐτὴ ἡ λαβίδα, ποὺ πῆρε τὸ Σεραφίμ, τὸν ἄνθρακα ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο, ποὺ συνέλαβε δηλαδὴ ἀπυρπολήτως τὸ θεῖο πῦρ καὶ κανεὶς ἄλλος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔλθει πρὸς τὸ Θεό. Ἑπομένως μόνη αὐτὴ εἶναι μεθόριο τῆς κτιστῆς καὶ τῆς ἄκτιστης φύσεως.
Ποιὸς θὰ ἀγαποῦσε τὸ Υἱὸ καὶ Θεὸ περισσότερο ἀπὸ τὴ μητέρα, ἡ ὁποία ὄχι μόνο μονογενῆ τὸν γέννησε, ἀλλὰ καὶ μόνη της αὐτὴ χωρὶς ἀνδρικὴ ἕνωση, ὥστε νὰ εἶναι τὸ φίλτρο διπλάσιο.
Ὅπως λοιπόν, ἀφοῦ μόνο δι᾿ αὐτῆς ἐπεδήμησε πρὸς ἐμᾶς, φανερώθηκε καὶ συναναστράφηκε μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἐνῷ πρὶν ἦταν ἀθέατος, ἔτσι καὶ στὸν μελλοντικὸ ἀτελεύτητο αἰώνα κάθε πρόοδος καὶ ἀποκάλυψη μυστηρίων χωρὶς αὐτὴν θὰ εἶναι ἀδύνατος.
Διὰ μέσου τῆς Θεομήτορος θὰ ὑμνοῦν τὸ Θεὸ γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία, ἡ προστάτης καὶ πρόξενος τῶν αἰωνίων. Αὐτὴ εἶναι θέμα τῶν προφητῶν, ἀρχὴ τῶν Ἀποστόλων, ἑδραίωμα τῶν μαρτύρων, κρηπὶς τῶν διδασκάλων, ἡ ρίζα τῶν ἀπορρήτων ἀγαθῶν, ἡ κορυφὴ καὶ τελείωση κάθε ἁγίου.
Ὦ Παρθένε θεία καὶ τώρα οὐρανία, πῶς νὰ περιγράψω ὅλα σου τὰ προσόντα; Πῶς νὰ σὲ δοξάσω, τὸ θησαυρὸ τῆς δόξας; Ἐσένα καὶ ἡ μνήμη μόνο ἁγιάζει αὐτὸν ποὺ τὴν χρησιμοποιεῖ.
Μετάδωσε πλούσια λοιπὸν τὰ χαρίσματά σου στὸ λαό σου, Δέσποινα, δῶσε τὴ λύση τῶν δεινῶν μας, μετάτρεψε ὅλα πρὸς τὸ καλύτερο μὲ τὴ δύναμή σου, δίδοντας τὴ χάρη σου γιὰ νὰ δοξάζουμε τὸ προαιώνιο Λόγο ποὺ σαρκώθηκε ἀπὸ σένα γιὰ μᾶς μαζὶ με τὸν ἄναρχο Πατέρα καὶ τὸ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνες. Γένοιτο....
ἀπόσπασμα ἀπὸ τὶς Πατερικὲς ἐκδόσεις
«Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», τόμος 10ος.
www.nektarios.gr

12.8.11

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ Γ. ΣΕΦΕΡΗ, 1963


“Ἀνήκω σὲ µία χώρα µικρή.


Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου.


Εἶναι µικρὸς ὁ τόπος µας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγµα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι µᾶς παραδόθηκε χωρὶς διακοπή.

Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν ἔπαψε ποτὲ της νὰ µιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσµα.

Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη.

Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωµένη µὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τὸ µέτρο, πρέπει νὰ τιµωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.

Ὅσο γιὰ µένα συγκινοῦµαι παρατηρώντας πὼς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦ κόσµου.

Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους µου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασµένου αἰώνα, γράφει: «… θὰ χαθοῦµε γιατί ἀδικήσαµε …».

Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράµµατος. Εἶχε µάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡµερῶν µας, ἡ προφορικὴ παράδοση πηγαίνει µακριὰ στὰ περασµένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση.

Εἶναι γιὰ µένα σηµαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιµήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόµη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάµεσα σ’ ἕνα λαὸ περιορισµένο.

Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσµος ὅπου ζοῦµε, ὁ τυρρανισµένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση. Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα – καὶ τί θὰ γινόµασταν ἂν ἡ πνοή µας λιγόστευε;

Εἶναι µία πράξη ἐµπιστοσύνης – κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά µας δὲν τὰ χρωστᾶµε στὴ στέρηση ἐµπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τὸν περασµένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ µεγάλη διαφορὰ ἀνάµεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήµης καὶ στὴ λογοτεχνία. παρατήρησαν πὼς ἀνάµεσα σ’ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράµα καὶ ἕνα σηµερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συµπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ µοιάζει νὰ ἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν’ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνοµάζουµε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ κινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγµὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγηµένη, ξέρει ποὺ νὰ ’βρει καταφύγιο, ἀπαρνηµένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι’ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν µεγάλα καὶ µικρὰ µέρη τοῦ κόσµου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν’ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιοµηχανία.

Χρωστῶ τὴν εὐγνωµοσύνη µου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδηµία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγµατα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόµενες περιορισµένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλµὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανός νὰ κρίνει µὲ ἀλήθεια ἐπίσηµη τὴν ἄδικη µοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυµηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐµπνευστή, καθώς µᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νοµπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ µπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴν ἀναπόφευκτη βία µὲ τὴ µεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.

Σ’ αὐτὸ τὸν κόσµο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας µας χρειάζεται ὅλους τούς ἄλλους. Πρέπει ν’ ἀναζητήσουµε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.

Ὅταν στὸ δρόµο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγµά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουµε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουµε. Ἂς συλλογιστοῦµε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.»

Ομιλία του Γιώργου Σεφέρη κατά την τελετή παραλαβής του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, 11 Δεκεμβρίου 1963

ΠΕΡΙ ΠΛΟΥΤΟΥ

Ἀπό τήν ἐκπομπή "Προσεγγίσεις" τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σταθμοῦ 4Ε.
Καλεσμένος τοῦ π. Θεοφίλου Ζησοπούλου εἶναι ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας κ. Ἰωήλ.


9.8.11

ΤΕΣΤ ΓΝΗΣΙΟΤΗΤΟΣ ΑΓΑΠΗΣ

Ἡ ἀγάπη δέν εἶναι οὔτε λόγια οὔτε συναισθήματα. Ἡ γνήσια ἀγάπη ἀναγνωρίζεται ἀπό τήν διάθεση θυσίας καί ἀπό τό μέγεθος τῆς θυσίας.
Ἡ ἐπίγνωση καί ἡ ἀναγνώριση τῆς ἱερότητας τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ· τῶν ἐντολῶν καί τῶν θεσμῶν τῆς Ἐκκλησίας· καί ἡ τήρηση τους μέ ἔμπρακτη θυσία, εἶναι τό ἀσφαλέστερο τέστ γιά τό πόσο ἀληθινά καί γνήσια πιστεύουμε καί ἀγαπᾶμε τόν Θεό.
Μιά τέτοια ἀφορμή γιά νά ἀξιολογήσουμε τήν γνησιότητα τῆς πίστης μας καί τῆς ἀγάπης μας στό Θεό εἶναι ἡ ἱερή περίοδος τῆς νηστείας.
 Ἕνα φωτεινό παράδειγμα ἡρωϊκοῦ φρονήματος στήν τήρηση τῆς νηστείας βρίσκουμε στό μικρό βιβλίο «ΙΕΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΜΑΣ» (σελ. 75-76):
«Ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Τόν ἔλεγαν Μιχάλη Ζιάκα. Τό 1948-49 ἦταν στρατιώτης. Καί βρισκόταν στίς ἐπιχειρήσεις τοῦ Γράμμου.
Ἐκεῖ ὁ λόχος του εἶχε μείνει μιά ἑβδομάδα ὁλόκληρη χωρίς ἀνεφοδιασμό. Ὑπόφεραν πολύ τά παιδιά ἀπό πεῖνα, ἀσιτία καί ἐξάντληση. Μά κάποτε ἔφθασαν καί τά τρόφιμα. Ψωμί καλό, κουραμάνα· καί κρέας μαγειρεμένο, ἕτοιμο. Μπῆκαν στήν σειρά, ἕνας-ἕνας, καί ἔπαιρναν πρῶτα τήν κουραμάνα καί μετά τό κρέας στήν καραβάνα!
Ἦρθε καί ἡ σειρά τοῦ Μιχάλη νά πάρει τό φαγητό. Πλησιάζει στό διανομέα καί τοῦ λέει:
-Μπορεῖς νά μοῦ δώσεις ἀντί γιά κρέας λίγες ἐλιές;
-Τί; Ἐλιές; Γιατί ἐλιές; Ἀφοῦ ἔχει κρέας!
Ἀπάντησε ὁ Μιχάλης.
-Νά φάω κρέας, νά μαγαρίσω τήν Παρασκευή;
Κάθεται λοιπόν ὁ Μιχάλης ἀνάμεσα σέ ἄλλους στρατιῶτες. Ἐκεῖνοι τρῶνε κρέας. Ὁ Μιχάλης ἐλιές. Καί τόν κοροϊδεύουν. Γιατί ἔκαμε τόν σταυρό του. Γιατί εἶναι κουτός. Γιατί, ἐνῶ μπορεῖ νά φάει κρέας -καί μάλιστα μετά τέτοια πεῖνα-, τρώει ἐλιές! Λένε πολλά. Ὁ Μιχάλης σιωπᾶ.
Ξαφνικά ὅμως, ἐνῶ ἔτρωγε καί συνέχιζαν νά τόν κοροϊδεύουν, πέφτει λίγα μέτρα πιό πέρα μιά ὀβίδα! Σηκώθηκε σύννεφο ἡ σκόνη στόν ἀέρα! Ἔτρεξαν ἄλλοι στρατιῶτες νά ἰδοῦν, τί εἶχε συμβῆ. Καί εὑρῆκαν τούς δύο στρατιῶτες νεκρούς. Καί τόν Μιχάλη νά σηκώνεται ἀπό χάμω καί νά τινάζει τά ροῦχα του ἀπό τά χώματα!
 Πέρασαν χρόνια. Ὁ Μιχάλης Ζιάκας εἶναι ἕνας φτωχός τσοπάνης στό χωριό του. Ζεῖ, ὅπως πάντα, μέ εὐσέβεια.
Μιά Παρασκευή, παρέα μέ ἄλλους φτωχούς τσοπάνηδες, κάθησαν νά φᾶνε. Ἔβγαλε ἀπό τό σακκούλι του λίγο ψωμί καί ἔτρωγε. Καί ἀπό τό παγούρι του ἔπινε λίγο νερό νά μαλακώνει τό ψωμί στό στόμα του.
Ἕνας ἀπό τούς τσοπάνηδες προσφέρθηκε τότε νά τοῦ δώσει λίγο τυρί γιά προσφάϊ. Τοῦ λέει ὁ Μιχάλης:
-Δέν μαγάρισα τήν Παρασκευή, μιά ἑβδομάδα νηστικός στόν Γράμμο, καί θά τήν μαγαρίσω τώρα;
Καί διηγήθηκε τήν ἱστορία.
 Θέλει συζήτηση, ὅτι τόν Μιχάλη τόν ἔσωσε ὁ Χριστός, ἐπειδή σεβάστηκε τήν ἡμέρα πού σταυρώθηκε γιά μᾶς;
Ὤ Χριστέ μου, πόσο εὔκολα μαγαρίζουν μερικοί τήν ψυχή τους!
Μακάρι τέτοια παραδείγματα νά μᾶς ἐμπνέουν ἦθος καί φρόνημα...
Ἀρχιμανδρίτης π. Σάββας Δημητρέας
www.agiazoni.gr

6.8.11

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ



Πρὸ τοῦ σοῦ Σταυροῦ Κύριε, ὄρος οὐρανὸν ἐμιμεῖτο, νεφέλη ὡς σκηνὴ ἐφηπλοῦτο. Σοῦ μεταμορφουμένου, ὑπὸ Πατρὸς δὲ μαρτυρουμένου, παρῆν ὁ Πέτρος σὺν Ἰακώβῳ καὶ Ἰωάννῃ, ὡς μέλλοντες συνεῖναί σοι, καὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς παραδόσεώς σου, ἵνα θεωρήσαντες τὰ θαυμάσιά σου, μὴ δειλιάσωσι τὰ παθήματά σου, ἃ προσκυνῆσαι ἡμᾶς, ἐν εἰρήνῃ καταξίωσον, διὰ τὸ μέγα σου ἔλεος.
Στιχηρό Ἰδιόμελο τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Ἑορτῆς.

4.8.11

Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ

Ὁ «τόπος αὐτός» εἶναι μία συνηθισμένη φρᾶσις ἡ ὁποία συχνά-πυκνά ἐπαναλαμβάνεται καί ἀκούγεται ἀπό ἐπίσημα χείλη, προκειμένου νά δηλώσουν τήν ἔννοια τῆς Πατρίδος. Γι’ αὐτό πολλές φορές διερωτηθήκαμε, γιατί οἱ ἄνθρωποι αὐτοί παθαίνουν γλωσσοδέτη καί βραχυκυκλώνεται ἡ γλῶσσα τους ὅταν πρέπει νά χρησιμοποιήσουν τόν ὅρο «Πατρίδα»; Ὁ «τόπος αὐτός» εἶναι ἡ Πατρίδα μας· ἡ χώρα στήν ὁποία γεννηθήκαμε κι ἀντικρύσαμε τό γλυκό φῶς τῆς ἡμέρας. Ἡ χώρα ἀπ’  ὅπου πήραμε τίς πρῶτες εἰκόνες τοῦ καταγάλανου οὐρανοῦ, τῆς γαλάζιας μας θάλασσας μέ τά πολυάριθμα νησιά καί τά δαντελλωτά ἀκρογιάλια, τῆς γῆς μέ τίς ὄμορφες βουνοκορφές καί τούς ἀπέραντους καρποφόρους κάμπους. Ναί, ἡ Πατρίδα μας εἶναι τό σπίτι μας, τό Σχολεῖο μας, ἡ Ἐκκλησία μας, τό χωριό μας, τά κοιμητήριά μας, οἱ αἱματοποτισμένες κορυφές τῶν ὀρέων, οἱ κατάσπαρτες ἀπό τά κορμιά ἐκείνων πού ἔχυσαν τό αἷμα τους γιά τήν ἐλευθερία μας.
Ἐμεῖς εἴμαστε Ἕλληνες καί ἔχουμε μία Πατρίδα, τήν Ἑλλάδα. Ἀγαποῦμε τήν δική μας Πατρίδα καί δέν τήν ἀνταλλάσσουμε μέ τίποτε. Τήν ἀγαποῦμε τόσο, ὥστε νά δηλώνουμε, κατά τόν πλέον κατηγορηματικό τρόπο, πώς ὅποιος τολμήση καί τήν ἀγγίξη μέ βέβηλο χέρι θά ὑποστῆ ἠλεκτροπληξία.
Τιμοῦμε ὅλες τίς χῶρες, μά πάνω ἀπ’ ὅλες τήν Πατρίδα μας. Ἐπιθυμοῦμε τήν συνεργασία τῶν γειτόνων μας καί σεβόμεθα τό δικαίωμά τους νά διαφεντεύουν τόν τόπο τους. Μά πάνω ἀπ’ ὅλα ἀγαποῦμε τήν Πατρίδα μας καί ἀπαιτοῦμε ἀπό ὅλους, ἐχθρούς καί φίλους, νά τήν σέβωνται καί νά μήν τῆς ἀρνοῦνται τήν τιμή πού τῆς πρέπει. Γιατί εἶναι ἡ χώρα ὅπου γεννήθηκαν οἱ ἰδέες, ὅπου διαμορφώθηκαν οἱ ἀξίες τῆς ζωῆς, ὅπου καλλιεργήθηκε ἡ τέχνη καί ἀναπτύχθηκε ὁ πολιτισμός. Ἡ χώρα μας εἶναι φωτοδότρα χώρα κι ἡ Πατρίδα μας Ἑλλάδα ἡ μεγαλύτερη εὐεργέτις τῆς ἀνθρωπότητος. Ἄς μήν τό λησμονοῦν ἡμέτεροι καί ξένοι, κι ἄς τό θυμοῦνται καί οἱ σύγχρονοι βάρβαροι τῶν καιρῶν μας.
Περιοδικό «ΛΥΔΙΑ»

1.8.11

ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ

Εἶναι μιά νοσταλγία, ἕνας ἀγώνας, μιά προσπάθεια. Ν’ ἀφήνουμε τόν ἑαυτό μας καί ὅλα τά δικά μας μέ ἐμπιστοσύνη στά χέρια τοῦ Θεοῦ.
Μέ ἐμπιστοσύνη, χωρίς κριτική καί μεμψιμοιρίες, χωρίς γκρίνιες καί παράπονα.
Εἶναι ἡ υἱκή κίνησις του παιδιοῦ πού βάζει τό ἀδύναμο χεράκι στό στιβαρό, ὅλο ἀγάπη, χέρι τοῦ πατέρα. Εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ παιδιοῦ πού ἀκουμπᾶ ἀσφαλῶς στήν καρδιά του σέ κάθε γεγονός, σέ κάθε στιγμή μεγάλη ἤ μικρή, ἐξαιρετική ἤ καθημερινή, σέ κάθε τι πού τό ἀπασχολεῖ, στίς μικρολύπες καί τίς μικροχαρές.
Λέμε κάποτε: Ἐμένα δέν μ’ ἄκουσε ὁ Θεός.
Σ’ ἀκούει! Μά κάποιες φορές ἀπαντᾶ «Ὄχι!», γιατί ἴσως τό θέλημά Του νά εἶναι διαφορετικό ἀπό τό δικό σου. Καί εἶναι κάποιες φορές πού ἡ ἀπιστία μας στέκεται ἐμπόδιο, γιά νά κερδίσουμε τό αἴτημά μας.
Καί εἶναι ἄλλες φορές πού δέν ξέρουμε ν’ ἀνιχνεύουμε τό θέλημά Του πρίν ἀπό τήν ὥρα πού θά μᾶς τό ἀποκαλύψη ὁ Χριστός.
Δέν μ’ ἄκουσε... ὁ Θεός!
Μά τόν Θεό Πατέρα δέν τόν κρίνουμε, τόν ἐμπιστευόμαστε.
Καί εἶναι αὐτή ἡ ἐμπιστοσύνη πού δέν δημιουργεῖ ἄγχος καί ἀνασφάλειες, εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη πού συγκροτεῖ τήν ψυχραιμία καί κατ’ ἐπέκτασιν τήν σύνεσι.
Εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη πού μᾶς κάνει αἰσιόδοξους καί δοξολογητικούς.
Εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη πού κάνει τά βήματα σταθερά.
Εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη πού ἁπαλαίνει τόν πόνο καί ἐξοστρακίζει τήν ἀπελπισία.
Εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη πού τροφοδοτεῖ τήν ἐπικοινωνία καί διατηρεῖ τήν ἐλπίδα.
Ἡ ἐμπιστοσύνη πού διαλύει τά γκρίζα σύννεφα τῆς ἀβεβαιότητος καί τά μαῦρα τῆς καταπτώσεως.
Εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη πού μᾶς κάνει δημιουργικούς καί παραγωγικούς.
Γιατί βέβαια, ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ εἶναι μεγαλύτερη ἀπό τήν σύνεσί μας.
Ἡ ἀγάπη Του μεγαλύτερη ἀπό τήν λογική μας.
Καί ἡ δική Του πρόνοια μεγαλύτερη ἀπό τήν δική μας προνοητικότητα.
Γι’ αὐτό ἄς Τοῦ ἐμπιστευώμεθα.
Περιοδικό «ΛΥΔΙΑ»